«ΜΑΝΑ»
.
μεσονυχτίς, σκέψεις φυγής, στα χνάρια των προγόνων
σε συγχορδία δυνατής βροχής, νότες χορού σταγόνων
.
που αντηχεί πειθαρχημένη, σε σκάφη αναποδογυρισμένη
παλιά και κουρασμένη, σε μι’ άκρη της αυλής παροπλισμένη
.
εκεί, στην φρεσκοασβεστωμένη μας αυλή
μια μάνα ξαναναμμένη, μας πλένει βιαστική
με χέρια δυνατά, θεριά αλαφιασμένα
κυματισμοί, στη σκάφη οργισμένα
ζεστό νερό απ το τσουκάλι της φωτιάς
με τα τραχεία της χέρια, έπαιρνε με μιας
πρασινοσάπουνο τα μάτια μου να καίει
κι μια αδελφή να περιμένει και να κλαίει
.
ξυπόλυτη πατά στο χώμα η ζωή, βαθιά στα μάτια με ορά
άδειο κανάτι παραμάσχαλα κρατά, στο αύριο προχωρά
.
η μελωδία της βροχής, που δυναμώνει, γλυκά με ξημερώνει
μες στο κανάτι της ζωής, το χρόνο συνεχώς αναπληρώνει
.
και όσο η βροχή, τον κόσμο, με μελωδίες θα ραντίζει
στης μάνας τη μορφή, το βλέμμα θα δακρύζει
.
14|6|2016(((ls4s)))31|10|2019